Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ήταν σύγχρονος βραβευμένος Έλληνας ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός. Το πραγματικό όνομα του πολυγραφότατου λογοτέχνη ήταν Κωνσταντίνος Δημητριάδης. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες.
Απάνω που έλεγα να πάψω πια τα ερωτικά, να γράψω κάτι και για τη δυστυχία του διπλανού μου, γνώρισα εσένα κι αναστατώθηκα ολόκληρος, και παν περίπατο όλα μου τα προγράμματα …]
Εάν εξαιρέσει κανείς το «και τι δεν κάνατε για να με θάψετε» και μερικές ακόμα σκόρπιες λέξεις, δεν ήξερα τίποτα άλλο δικό του. Ευτυχώς η τύχη προνοεί για τους χαμάληδες σαν και του λόγου μου και έτσι έπεσε αυτό το τομίδιο στα χέρια μου, αποτελούμενο από τέσσερις ποιητικές συλλογές: την Ἐποχή τῶ� ἰσχνῶν ἀγελάδων (1950-1951) (πλέον η αγαπημένη μου), τα Ξένα Γόνατα (1952-1957), τον Ἀνυπεράσπιστο Καημό (1955-1970) και τον Ἀλλήθωρ� (1949-1970).
Η Ἐποχή τῶ� ἰσχνῶν ἀγελάδων έχει κάτι απόμακρο που μου ταιριάζει περισσότερο από τα πιο γλυκά του. Έχει τόσες αναγνώσεις.. Η σχέση του Χριστιανόπουλου με τη θρησκεία και την ομοφυλοφιλία με έκανε να ξεχαστώ και να νομίσω για λίγο πως διαβάζω τον Καβάφη να γράφει για τον Αντώνιο. Οι Σοδομίτες, η Μαρία η Αιγυπτία αλλά και η Μαγδαληνή που αναζητά εργασία ώστε να προσφέρει με τα κέρδη της. Λάτρεψα την ακαδημαϊκή ειρωνεία και την απουσία της! Ο Χριστιανόπουλος κοροϊδεύει την εκκλησία και τις διδαχές, τις απαγορεύσεις, αλλά ταυτόχρονα ανοίγει μια συζήτηση με φόντο μια ρωμαϊκή αγορά, παλεύοντας με τους δικούς του δαίμονες γύρω από την ομοφυλοφιλία. Έξυπνο και κάτω από πολλές στρώσεις, απογυμνωτικό. Λες και οι άλλοι αποτυγχάνουν να τον πληγώσουν και τον παρακολουθούμε να πληγώνει τον εαυτό του.
Τα ίδια περί πληγώματος ακολουθούν πιο έντονα στα Ξένα Γόνατα, με ξεκάθαρη στροφή στην αυτοταπείνωση, ανήσυχος στην επιμονή της ‘διαστροφής� του. Είναι ένα δυνατό coming out στο χριστιανικό ετεροκανονικό έθνος, κοιτάει τον εαυτό του με αποστροφή και απελπίζεται για την ανάγκη του να ικανοποιήσει (διπλά) μια σοβαρή, σκληρή, πατριαρχική στολή, η οποία φετιχοποιείται εξαιτίας της θεσμικής της εξουσίας.
Ο Ἀνυπεράσπιστος Καημός νομίζω είναι η πιο χαρακτηριστική του συλλογή, με τη διπλή όψη του έρωτα: πόθο και μελαγχολία. Κάποιο βασανιστικό δίπολο τον κρατάει στο κέντρο του. Γυρνάμε πίσω στον Καβάφη με τον συνηθισμένο τρόπο, στην κρυψώνα της ομοφυλίας από το ακοίμιστο μεγάλο μάτι και όταν η ευτυχία του αποκαλύπτεται, τεμαχίζεται από το αιώνια εφήμερο, βασανίζεται από μια χυδαία επανάληψη του ίδιου, στερημένος από μια κοινωνικότητα που ποθεί. Πώς θα μπορούσε να βρει κάτι τόσο πολύτιμο, εύθραυστο και σπάνιο εάν ψαχουλεύει σε ένα δωμάτιο χωρίς φως;
� Ἀλλήθωρο� είναι μάλλον η πιο άτονη συλλογή, κάτι επίσης μέσα στο μενού. Δεν είναι οι κακές του ημέρες, αυτές ξεκάθαρα έγιναν η πιο δυνατή του ποίηση· πρόκειται για μέρες μεγαλύτερης εξωστρέφειας γύρω από τη ζωή και τους άλλους (όταν δηλαδή, το διάλειμμά χαράς βλπ την αρχή - τελειώνει).
Έγραψε πολλά, πάρα πολλά και όλα μοιάζουν αρκετά, κάτι που δεν μου φάνηκε καθόλου δυσάρεστο, αλλά συνεπές. Όσοι ζητάνε διαφορετική θεματολογία αναρωτιέμαι τι ακριβώς έχουν στο μυαλό τους (δεν θα ήθελα όντως να μάθω, σχήμα λόγου είναι), μιας και η γλώσσα πάει στην πληγή. Δεν θα ήταν υποκριτικό να έγραφε για κάτι για το οποίο δεν έχει ματώσει; Υπάρχουν πολλές αναφορές στον Τσιτσάνη, στην Θεσσαλονίκη και τη φτώχεια, πέρα από τον βασανισμένο, αδάμαστο έρωτα και θα προτιμούσα να διάβαζα μονάχα περί φλεγόμενου πάθους μέχρι να λιώσουν τα οστά μου, παρά για έναν άμορφο πόλεμο με ορφανά, εφόσον ο καλλιτέχνης δεν εμπνεύστηκε από αυτό. Έτσι κι αλλιώς, εφόσον ήταν ενάντια στη σεμνοτυφία, ευτυχώς, ήταν και ενάντια στην υποκρισία.
Ενός λεπτού σιγή (από ανυπεράσπιστο καημό)
Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, έναν ώμο ν� ακουμπάτε την πίκρα σας, ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,
κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας, έστω και μια φορά; είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή για τους απεγνωσμένους;
Κι ὅλ� τό πάρκο γίνεται πρατήριο πού βγάζει στο σφυρί τήν παρθενιά του...
Αμφιταλαντεύομαι για αυτά τα ποιήματα... Το τομίδιο αυτό αποτελείται από τέσσερις ποιητικές συλλογές, την Ἐποχή τῶ� ἰσχνῶν ἀγελάδων, τα Ξένα Γόνατα, τον Ἀνυπεράσπιστο Καημό και τον Ἀλλήθωρ�. Ο ποιητής στην πρώτη ενδύεται πρόσωπα της χριστιανικής παράδοσης, άλλοτε τον ἀγαπήσαντα τόν νῦ� αἰῶνα Δημά, άλλοτε τους ανωνύμους, ακράτους Σοδομίτες, τη Μαρία την Αιγυπτία και τη Μαγδαληνή που ἠγάπησε πολύ. Μια εξαίρετη συλλογή στην οποία ο ποιητής εκφράζει με μεγάλη μαεστρία και την ηδυπάθεια και τους προβληματισμούς του.
Στα Ξένα Γόνατα το ποιητικό υποκείμενο εξευτελίζεται, ταπεινώνεται και παραδέχεται την ηδονή που τον κατατρύχει και τον συνθλίβει (στρατός, πού μέ συνέθλιβε κάτω ἀπό τίς ἀρβύλες του, / καθώς ἐβάδιζ� ἄλκιμο�). Μια άγρια έξαψη, μια ηδονή (συνήθως ανικανοποίητη) διαπερνά όλη τη συλλογή (μονάχα μιά προσπάθεια γιά σπασμούς, / νυχτερινά χαρτονομίσματα τσαλακωμένα) χωρίς να λείπει και η λαχτάρα για τρυφεράδα, που ο ποιητής όμως την αρνείται πεισματικά (Ὅμω� πῶ� νἀ σ' άπαρνηθ�, γλυκέ μου ἀδιάλλαχτε, / πού εἶσα� γλυκύτερος κι άπ' τά κατώφλια ἐτοῦτα;).
Στον Ἀνυπεράσπιστο Καημό ο ποιητής αναμιμνήσκεται τους παλαιούς του (άρρενες, για όποιον δε γνωρίζει, αν και δεν έχει σημασία...) έρωτες και νιώθει ένας ανυπεράσπιστος, ένας πλάνης που περιμένει κάτι μες στον καημό του, έστω και εφήμερο, είτε για να σβήσει την καύλα του (Ὅτα� τρελαίνομαι τίς νύχτες γιά κορμί, / νά βρίσκεται ἕνα� ἄνθρωπος να μέ χορταίνει) είτε για να λησμονήσει με φάρμακα νηπενθ� κάτι παλιό (δέν τά ἀντέχω πιά αὐτ� τα δρομολόγια, / αὐτ� τόν παιδεμό πίσω ἀπό ξένα ἴχν�).
Στον Ἀλλήθωρ� "γλυκαίνει" κάπως και ασχολείται με θέματα πιο ευρέα, αν και ακόμα τρέχει σέ τσαΐρια και μεθάει από τα κρασιά που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής.
Αρκετά καλά ποιήματα με το γνωστό ύφος του Χριστιανόπουλου. Το κακό είναι ότι πολλές φορές επαναλαμβάνονται και γίνονται ομοιογενή στο μυαλό του αναγνώστη. Μου άρεσαν αρκετά και τα συστήνω, όπως και τα εξαιρετικά Μικρά του Ποιήματα. 3,5*
Αν ο έρωτας, το παράπονο και η επιθυμία μπορούσαν να αποτυπωθούν σε λέξεις, αυτές θα είχαν τη μορφή των ποιημάτων του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Σε ορισμένα σημεία με λίγωσε, αλλά ως επί το πλείστον, συγκίνηση
[Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία Βρίσκει κανείς τόσους τρόπους να επιμεληθεί την καταστροφή του]
Τα Ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου είναι η πρώτη απ' τις τρεις συγκεντρωτικές εκδόσεις που κυκλοφορούν με τα έργα του ποιητή και περιέχουν τις συλλογές, Ἐποχή τῶ� ἰσχνῶν ἀγελάδων (1950-1951), Ξένα γόνατα (1952-1957), Ἀνυπεράσπιστος Καημός (1955-1970), και � Ἀλλήθωρο� (1949-1970).
Αν και ήταν η πρώτη συλλογή του που διάβασα, δεν είναι η πρώτη επαφή που είχα με την ποίησή του, καθώς έτυχε κάποια απ' τα ποιήματά του να βρεθούν στο δρόμο μου στο παρελθόν. Έτσι ήξερα περίπου τι να περιμένω και δεν μπορώ να πω ότι απογοητεύτηκα.
Οι φίλοι που αγάπησα έχουνε πια χαθεί κι έμεινα μόνος τρέμοντας μήπως με δει κανένας που κάποτε του μίλησα για ιδανικά. (Ιθάκη)
Ἐποχή τῶ� ἰσχνῶν ἀγελάδων: στη πρώτη (και λιγότερο αγαπημένη μου) συλλογή, ο Χριστιανόπουλος εμπνέεται κυρίως από πρόσωπα της χριστιανικής παράδοσης, μεταφέροντας μέσω αυτών τους προβληματισμούς του. Ομολογουμένως η θεματολογία με δυσκόλεψε αρκετά και από άποψη κατανόησης, αλλά και ενδιαφέροντος (δεν είναι κρυφό άλλωστε ότι δεν έχω σχεδόν καμία σχέση με τη θρησκεία), οπότε δεν μπορώ να πω ότι απόλαυσα ιδιαίτερα τη συλλογή αυτή. Αξίζει να αναφέρω ωστόσο ότι μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι παρά τον έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα, απ� τα ποιήματα έλειπε ο διδακτικός (για να μην πω προπαγανδιστικός) τόνος που θα περίμενε να βρει κανείς σε τέτοιου είδους κείμενα. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω εν τέλει αν ο ίδιος ο ποιητής πιστεύει στο χριστιανισμό.
Δεν έχουν έλεος τα μάτια σου για μένα, δεν έχουν τρυφερότητα τα λόγια σου, τα δάχτυλά σου έγιναν τώρα πιο σκληρά, έγιναν πιο κατάλληλα για το λαιμό μου. (Βόχος)
Ξένα γόνατα: στην επόμενη συλλογή το ύφος αλλάζει ακαριαία, γίνεται πιο προσωπικό, πιο ενδοσκοπικό. Ο ποιητής μας φανερώνει την ψυχή του και μία σαφή (σχεδόν μαζοχιστική) επιθυμία να υποταχθεί , να εξευτελιστεί, να ηδονιστεί. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο Χριστιανόπουλος δεν κρύβει ούτε στιγμή την ομοφυλοφιλική του ταυτότητα στα ποιήματά του, και ο μόνος λόγος που αυτό είναι άξιο αναφοράς (γιατί προφανώς η σεξουαλικότητα του καθενός είναι δική του υπόθεση και μόνο) είναι για την καλύτερη κατανόηση της απελπισίας, της μοναξιάς και του παραπόνου που διατρέχουν τη ποίησή του. Μέσα απ' τα ποιήματά του σκιαγραφείται ξεκάθαρα ένας άνθρωπος που διψάει για αγάπη και στοργή σε μια κοινωνία (και μια εποχή) που του υπαγορεύει ότι η ύπαρξή του είναι ένα λάθος, και του επιβάλλει να μείνει κρυμμένος, για πάντα στην αφάνεια, αλλιώς θα υπάρξουν οι ανάλογες κυρώσεις.
Δεν ξέρω τι της έκανες αυτής της καρδιάς και ξημεροβραδιάζεται με τ' όνομά σου όμως εγώ είμαι αδύνατος άνθρωπος, η σάρκα μου πεινάει, θέλει να φάει, το αίμα μου κρυώνει, θέλει να ζεσταθεί.
Να φύγεις απ' τη μνήμη μου και την καρδιά μου. (Επέτειος)
Ἀνυπεράσπιστος Καημός: τα ποιήματά συνεχίζουν σε έναν παραπονιάρικο τόνο, γλυκαίνουν, γίνονται πιο μελαγχολικά. Αναπολεί πλέον τους παλιούς του έρωτες, τα συναισθήματα που του γεννούσαν, χωρίς όμως να ξεφεύγει απ' τη θεματική του η μοναξιά και η απελπισία, η αναζήτηση της ωμής ηδονής, όταν η αναζήτηση της αγάπης δεν καρποφορεί. Όλα συμβαίνουν με μία αίσθηση άκρας μυστικότητας, σε απομονωμένες τοποθεσίες, έρημες, όπου η νύχτα παίζει κυρίαρχο ρόλο, μερικές φορές σχεδόν αντικαθιστά και τον ίδιο τον πρωταγωνιστή. Η τρίτη αυτή συλλογή (και η πιο πολυπληθής) ήταν ομολογουμένως η αγαπημένη μου.
Σκληρό αγόρι, όσο με πληγώνεις, τόσο και πιο πολλή χαρά μού δίνεις� σκιρτά η ψυχή μου όταν τη ματώνεις
και τρέμει από φόβο μήπως γίνεις πιο τρυφερός μια μέρα � γιατί ξέρει να χαίρεται μονάχα αν υποφέρει. (Όσο με πληγώνεις)
� Ἀλλήθωρο�: ο ποιητής ξεφεύγει λίγο από το προσωπικό του μαρτύριο, αν και όχι εντελώς. Η θεματολογία του ξανοίγεται, καταπιάνεται και με άλλα ζητήματα, και άλλους ανθρώπους της καθημερινότητας, αν και δεν λείπουν οι ενδοσκοπικές/αυτοκαταστροφικές στιγμές του.
Μια ιδιαίτερη συλλογή ποιημάτων, δεν είναι σίγουρα για όλους (ειδικά λόγω της επαναλαμβανόμενης θεματολογίας), όμως πιστεύω ότι αν είσαι τυχερός και τη διαβάσεις τη κατάλληλη στιγμή θα σε αγγίξει βαθιά (εμένα τουλάχιστον σίγουρα με επηρέασε). Τη συστήνω!
Μέτριος ως συνήθως ο Χριστιανόπουλος. Καμια σχέση με τους μεγάλους ποιητές μας. Το κακό είναι πως ο ίδιος πιστεύει πως είναι σπουδαίος και με αυτή την ψευδαίσθηση θα φύγει. Κάποια ποιήματα του αξίζουν αλλά όχι σαν υψηλή λογοτεχνία.
Στενόχωρος και μοναχικός ο ποιητικός κόσμος του Χριστιανόπουλου. Με έκανε να δακρύσω, να θυμώσω, να ...κοκκινίσω αλλά και κάποια στιγμή να γελάσω. Σκληρά ρεαλιστικός, αδιέξοδος, ενοχικός, προκλητικός με κάποιες λυρικές αναλαμπές αλλά ενίοτε και στοιχεία θρησκευτικότητας. Νομίζω ότι στα ποιήματά του επαναλαμβάνονται σχεδόν εμμονικά κάποια θέματα και μοτίβα. Ωστόσο, αναγνωρίζω ότι με μεγάλη τόλμη τάχθηκε απέναντι στην κοινωνική υποκρισία και σεμνοτυφία.
Έρωτας, μοναξιά, νύχτα, βόλτες και τσαΐρια. Στη γνωστή του θεματολογία ο Χριστιανόπουλος, τουλάχιστον στις δυο τελευταίες συλλογές σε αυτά τα ποιήματα. Για αυτό και με άγγιξαν και περισσότερο η συλλογή Ανυπεράσπιστος Καημός και Ο Αλληθωρος. Μα πόσο τον νιώθω κάποιες φορές, στίχο προς στίχο.
Η ποίηση θεωρώ είναι πάνω απ όλα ένα είδος χημείας μεταξύ του αναγνώστη και του εκάστοτε γραφήματος. Είχα ιδιαίτερη προσμονή και αγωνία να διαβάσω Χριστιανόπουλο, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Με την εξαίρεση των μικρών ποιημάτων (το κορμί και το σαράκι συγκεκριμένα) που ήταν ένα δείγμα εξαιρετικής γραφής, τα υπόλοιπα δεν με κεντρησαν αρκετά ούτε μου προκάλεσαν κάποιο ξεχωριστό συναίσθημα. Ίσως του δώσω ξανά μια ευκαιρία στο μέλλον, σε κάποια άλλη φάση.